βροδόπαχυς

βροδόπᾱχυς,
A = ῥοδόπηχυς, Sapph.65.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Aeolic Greek — For the architectural style, see Aeolic order. Distribution of Greek dialects in the classical period.[1] Western group …   Wikipedia

  • ροδόπηχυς — υ και δωρ. τ. ῥοδόπαχυς και αιολ. τ. Fροδόπαχυς και βροδόπαχυς, Α αυτός που έχει ρόδινα χέρια, ρόδινους βραχίονες (α. «Εὐνίκη ῥοδόπηχυς», Ησίοδ. β. «Ἀῶ τὸν ροδόπαχυν», θεόκρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ῥόδον + πῆχυς (πρβλ. λευκό πηχυς, χρυσό πηχυς)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.